Το λεξικο των κρασιων

by: Super User

Στον κόσμο του κρασιού υπάρχουν κάποιες λέξεις που φαίνεται ότι δεν ταιριάζουν στην περιγραφή ενός κρασιού. Για παράδειγμα τι μπορεί να εννοεί κάποιος όταν χαρακτηρίζει ένα κρασί αψύ, βαρύ, γυμνό κτλ. Η εξειδίκευση και η εξέλιξη οδήγησε τους επαγγελματίες να χρησιμοποιούν τέτοια ορολογία που σε κάποιον τρίτο να φαίνεται ακατανόητη. Έτσι κι εμείς δημιουργήσαμε ένα λεξικό που μπορεί να ανατρέξει κάποιος ενδιαφερόμενος προκειμένου να λύσει τυχόν απορίες που μπορεί υπάρχουν

ΛΕΞΙΚΟ ΤΟΥ ΚΡΑΣΙΟΥ

Αίσθηση στόματος - Η αντιληπτή αίσθηση της υφής που αφήνει ένα τρόφιμο ή ένα ποτό στο στόμα.

Αισθήσεις - Αναφερόμαστε στις πέντε αισθήσεις ( Γεύση, Όσφρηση, Ακοή, Αφή, Όραση)

Αλμυρό - Αναφέρεται σε μια από τις έξι αισθήσεις που γίνεται αντιληπτή από τη γλώσσα μας. Σπάνια εντοπίζεται η συγκεκριμένη γεύση σε κάποιο κρασί.

Αλκοόλ - Η αιθυλική αλκοόλη (Αιθανόλη), βασικό συστατικό των κρασιών. Η αλκοόλη στη συντριπτική πλειοψηφία των κρασιών προέρχεται από τον μεταβολισμό των σακχάρων των σταφυλιών.

Ανάμεικτο - Blend - Αυτή την λέξη χρησιμοποιούμε όταν αναφερόμαστε σε ένα κρασί που προέρχεται από διάφορες ποικιλίες σταφυλιού.

Ανθρακούχο - Το κρασί που περιέχει τόσο CO2 ώστε να γίνεται αντιληπτό κατά την κατανάλωση του.

Ανοξείδωτο ατσάλι - Σύγχρονο υλικό που χρησιμοποιείται για την οινοποίηση και την αποθήκευση των κρασιών.

Αντιοξειδωτικό - Έτσι χαρακτηρίζεται μια ουσία που εμποδίζει την οξείδωση ή της συνέπειες αυτής.

Απαλό - Έτσι χαρακτηρίζονται τα κρασιά που έχουν λίγες τανίνες. Επίσης μπορεί να το βρούμε και στην περιγραφή ενός κρασιού με χαμηλή οξύτητα.

Απεριτίφ - Έτσι χαρακτηρίζονται τα ποτά που προορίζονται να καταναλωθούν πριν από ένα γεύμα προκειμένου να ανοίγει την όρεξη. Όταν ένα κρασί σερβίρεται για αυτό το σκοπό συνήθως πρόκειται για ελαφριά και αρωματικά κρασιά.

Άρωμα βοτάνων - Έτσι χαρακτηρίζονται τα κρασιά που κατά την οργανοληπτική αξιολόγηση βρίσκουμε έντονα αρώματα βοτάνων, φύλλων ή λαχανικών.

Αρώματα - Με αυτό τον όρο περιγράφουμε τις χημικές ουσίες που βρίσκονται στα κρασιά σε τέτοια συγκέντρωση που μπορεί να γίνουν αντιληπτά από το μέσο δοκιμαστή. Για παράδειγμα σαν άρωμα μπανάνας χαρακτηρίζεται η χημική ένωση ισοαμυλικός αιθυλεστέρας.

Αυτόχθων - Αυτό που προέρχεται από συγκεκριμένη περιοχή.

Αφρώδες - Έτσι χαρακτηρίζονται τα κρασιά με ανθρακικό και φυσαλίδες.

Αψύ - Έτσι χαρακτηρίζονται τα κρασιά που έχουν μεγάλη οξύτητα.

Βαθμός αξιολόγησης - Είναι ο βαθμός που αξιολογείται ένα κρασί στην κλίμακα με μέγιστη τιμή το 100. Ο βαθμός αξιολόγησης προέρχεται από την αξιολόγηση διάφορων χαρακτηριστικών ενός κρασιού (Διαύγεια, αρώματα, αίσθηση στόματος κτλ) και φυσικά είναι υποκειμενικός αφού ένα κρασί που έχει αξιολογηθεί με 95 π.χ από μια άλλη ομάδα κριτικών μπορεί να διαφέρει.

Βανιλίνη - Η φυσική βανιλίνη, που προέρχεται από το εκχύλισμα της βανίλιας αλλά και η χημική που συντίθεται στο εργαστήριο.

Βάρος - Όρος που χρησιμοποιείται για να εκφράσουμε την υφή του κρασιού και κυρίως την ρευστότητα του κρασιού στην στοματική κοιλότητα. Κατά κανόνα τα κρασιά με υψηλή περιεκτικότητα σε αλκοόλ ή κρασιά γλυκά είναι βαρύτερα από τα υπόλοιπα.

Βαρύ - Περιγραφικός όρος για τα κρασιά που έχουν πλούσια υφή.

Βίντατζ - Με αυτό τον όρο περιγράφουμε την χρονιά συγκομιδής των σταφυλιών.

Βιοδυναμικό - Πρόκειται για ένα είδος καλλιέργειας που διατηρεί το εσωτερικό οικοσύστημα. Στη βιοδυναμική καλλιέργεια επιτρέπεται η καλλιέργεια μόνο ντόπιων ποικιλιών και οι επεμβάσεις γίνονται ανάλογα με τον κύκλο της σελήνης.

Βρώσιμα σταφύλια - Πρόκειται για σταφύλια που καλλιεργούνται για βρώση, χωρίς κουκούτσια και με λεπτή φλούδα.

Γενικό - Έτσι ονομάζονται τα κρασιά που δεν αναγράφουν την ποικιλία σταφυλιού.

Γεύση φελλού - Η αλλοίωση του κρασιού που προκαλείται από την επαφή του εμφιαλωμένου κρασιού με τον φυσικό φελλό. Υπεύθυνη για το άρωμα φελλού είναι μια ουσία (Τριχλωροανισόλη 2,4,6) ή αλλιώς TCA.

Γευστικοί κάλυκες - Τα αισθητήρια νεύρα που βρίσκονται στη στοματική μας κοιλότητα που είναι υπεύθυνα για την αισθητήρια αντίληψη.

Γήινο - Έτσι περιγράφουμε ένα κρασί το οποίο κατά την οργανοληπτική του αξιολόγηση μας θυμίζει αρώματα και γεύσεις εξοχής, χωράφι, σαπισμένα φύλλα, πέτρες κτλ.

Γλυκό - Ένα κρασί που περιέχει σάκχαρα. Η γλυκύτητα επίσης είναι η μια από τις έξι γεύσεις που αντιλαμβανόμαστε.

Γυμνό - Κρασί που δεν έχει αρώματα και γεύσεις οξιάς.

Δάκρυα - Πρόκειται για τις σταγόνες που σχηματίζονται στο ποτήρι μετά την περιδίνηση του κρασιού στο ποτήρι δοκιμασίας.

Δροσιστικό - Έτσι χαρακτηρίζονται τα κρασιά με οξύτητα που μας δίνουν κατά τη δοκιμή μια αναζωογονητική αίσθηση.

Δυνατό - Περιγραφικός όρος για την περιεκτικότητα των κρασιών σε αλκοολ

Ελαφρύ - Έτσι χαρακτηρίζονται τα κρασιά με αραιή υφή που συνήθως έχουν περιεκτικότητα κάτω από 13 % vol.

Ενισχυμένο κρασί - Κατηγορία κρασιών που έχουν υψηλή περιεκτικότητα αλκοόλης (μεγαλύτερη των 15% vol). Σε αυτά τα κρασιά γίνεται προσθήκη οινοπνεύματος, τέτοια κρασιά είναι το Πόρτο και το Sherry.

Έντονο - Κρασιά που έχουν έντονες γεύσεις και αρώματα.

Έξτρα ξηρό - Πρόκειται για αφρώδη κρασιά με πολύ μικρή γλυκύτητα. Λίγο πιο γλυκό από το brut.

Επιδόρπιο κρασί - Πρόκειται για κατηγορία κρασιών που είναι εξαιρετικά γλυκά

Επωνυμία προέλευσης - Με αυτό τον όρο ορίζεται η επίσημη περιοχή προέλευσης που δείχνει την περιοχή που έχουν καλλιεργηθεί τα σταφύλια.

Εστέρες - Πτητικές αρωματικές ουσίες, βασική πηγή αρώματος και γεύσης.

Ζυμομύκητας - Μονοκύτταρος μικροοργανισμός υπεύθυνος για την αλκοολική ζύμωση. Δηλαδή την μετατροπή των περιεχόμενων σακχάρων του σταφυλιού σε αιθανόλη.

Ζύμωση - Βασικό στάδιο της οινοποίησης και συγκεκριμένα το πρώτο στάδιο που ο χυμός του σταφυλιού μετατρέπεται σε κρασί. Κατά τη διαδικασία αυτή οι ζυμομύκητες καταναλώνουν και μεταβολίζουν τα ζυμώσιμα σάκχαρα, διασπώντας τα σε αλκοόλ και διοξείδιο το άνθρακα.

Ζύμωση σε βαρέλι - Μια πρακτική οινοποίησης κατά την οποία η ζύμωση γίνεται μέσα σε βαρέλι οξιάς το οποίο στη συνέχεια παλαιώνεται μέχρι και ένα χρόνο.

Ζωηρό - Έτσι χαρακτηρίζεται ένα κρασί το οποίο αποτελείται κυρίως από μέτρια οξύτητα.

Ήπιο - Έτσι χαρακτηρίζεται ένα κρασί που έχει μικρή αρωματική και γευστική ένταση.

Ικανό για παλαίωση - Αναφερόμαστε στα κρασιά που αντέχουν στην οξείδωση λόγω των υψηλών επιπέδων κάποιων συστατικών όπως οι τανίνες και η οξύτητα.

Καθημερινό κρασί -΄Έτσι χαρακτηρίζονται τα κρασιά που είναι οικονομικά και δεν έχουν υποστεί ιδιαίτερες τεχνικές οινοποίησης.

Καθυστερημένη συγκομιδή - Είναι μια τεχνική κατά την οποία παρασκευάζονται γλυκά κρασιά που προέρχονται από σταφύλια τα οποία σκόπιμα έχουν παραμείνει περισσότερο χρόνο στο αμπέλι ώστε να γίνει πιο ώριμο.

Καινούργια οξιά - Πρόκειται για τα βαρέλια από οξιά που χρησιμοποιούνται για πρώτη φορά.

Κατακάθι - Οι στερεές ουσίες που περιέχονται στο κρασί που με το πέρασμα του χρόνου και την επίδραση της βαρύτητας έχουν καθιζάνει στον πάτο του δοχείου συντήρησης.

Καφέτισμα - Έτσι χαρακτηρίζονται τα ορατά σημάδια παλαίωσης και οξείδωσης που υπάρχουν σε ένα κρασί.

Κενός χώρος - Το άνω τμήμα του ποτηριού που παραμένει άδειο ώστε να γίνετε η περιδίνηση με σκοπό την εξαγωγή των αρωμάτων του κρασιού.

Κολλώδες - Όρος που χρησιμοποιείται για κρασιά που τα αρώματα και οι γεύσεις τους μοιάζουν με μαγειρεμένα ή γλυκά φρούτα.

Κρασί πάγου - Κρασί που δημιουργείται από σταφύλια τα οποία συγκομίζονται στα μέσα του χειμώνα.

Κρασί χύμα - Μια κατηγορία κρασιού αρκετά παρεξηγημένη, καθώς πολλοί χρησιμοποιούν αυτή την έκφραση για να εκφράσουν την χαμηλή ποιότητα ενός κρασιού.

Κράτημα - Όρος που χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε την στυπτική ικανότητα, ξηρή αίσθηση που αφήνουν στην στοματική κοιλότητα οι τανίνες.

Κτήμα - Με τον όρο κτήμα εκφράζουμε τα κρασιά που προέρχονται από οινοποιεία τα οποία καλλιεργούν και οινοποιούν αποκλειστικά σταφύλια που προέρχονται από δικούς τους αμπελώνες.

Λακτόνη - Αρωματικός εστέρας που συμβάλλει στη γεύση οξιάς που υπάρχει σε ένα κρασί.

Μετάγγιση - Διαδικασία κατά την οποία μεταφέρουμε το περιεχόμενο μιας φιάλης κρασιού σε ανοιχτή καράφα είτε για να αεριστεί είτε για να διαχωριστεί από το κατακάθι που υπάρχει στο κρασί.

Μέτριο βάρος - Ένα κρασί χαρακτηρίζεται πως έχει μέτριο βάρος όταν δεν είναι ούτε ελαφριά, ούτε όμως βαριά.

Μη ανθρακούχο - Όρος για κρασιά που δεν έχουν ανθρακικό και φυσαλίδες.

Μους - Περιγραφικός όρος για την ενανθράκωση ενός κρασιού. 

Μπαρίκ - Το παραδοσιακό βαρέλι Γαλλικού τύπου χωρητικότητας 225 λίτρων.

Νεαρό - Έτσι χαρακτηρίζουμε τα κρασιά τα οποία βγαίνουν στο εμπόριο νωρίς και συγκεκριμένα δεν παλαιώνονται. Συνήθως αναφερόμαστε σε κρασιά το πολύ δυο ετών.

Νέος κόσμος - Έτσι ονομάζουμε για να χαρακτηρίσουμε οινικά τις περιοχές της Αμερικάνικης ηπείρου και του Νότιου ημισφαιρίου.

Ξηρό- Όρος ο οποίος χρησιμοποιείται για να εκφράσει κρασιά που δεν έχουν σάκχαρα.

Οινοπαραγωγός - Ο παραγωγός του κρασιού.

Οξείδωση - Η αλλοίωση που προκαλείται σε ένα κρασί από την παρατεταμένη έκθεση στον αέρα. Όρος που χρησιμοποιείται για να εκφράσει μειωμένη φρεσκάδα, την καφέ και κεραμυδί απόχρωση του κρασιού και άλλες πολλά.

Οξιά - Το ξύλο που προέρχεται από το δέντρο της οξιάς και το χρησιμοποιούμε για την κατασκευή ξύλινων βαρελιών.

Όξινο, οξύτητα - Η αίσθηση της ξινής γεύσης στην στοματική κοιλότητα. Πρόκειται για μια από τις έξι γεύσεις.

Ουδέτερο βαρέλι - Το βαρέλι που έχει χρησιμοποιηθεί για παλαίωση κρασιού τουλάχιστον για 3-4 χρόνια και δεν δίνει πλέον την έντονη γεύση οξιάς στο κρασί.

Ουμάμι - Μια από τις έξι γεύσεις που αντιλαμβάνεται η γλώσσα μας. Πρόκειται για την έκφραση της νοστιμιάς που προκαλείται από κάποιες ουσίες όπως οι γλουταμάτες και τα αμινοξέα.

Ουρανίσκος - Χρησιμοποιείται μεταφορικά για να εκφράσουμε την ευαισθησία ενός ατόμου στις γεύσεις και τα αρώματα του κρασιού.

Παλαίωση σε βαρέλι - Πρόκειται για μια οινολογική πρακτική κατά την οποία τα φρέσκα κρασιά τοποθετούνται σε ξύλινα βαρέλια μετά τη ζύμωση τα οποία παραμένουν εκεί για πολλά χρόνια.

Παλαίωση σε κελάρι - Πρόκειται για την παλαίωση των κρασιών στο μπουκάλι είτε από τους αγοραστές είτε από τους παραγωγούς.

Παλιός κόσμος - Όρος που χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει οινικά την γηραιά Ήπειρο.

Πικάντικο - Πρόκειται για όρο που χρησιμοποιείται για να εκφράσει συνήθως κρασιά με υψηλά επίπεδα οξύτητα.

Πικρό - Μια από τις έξι αντιληπτές γεύσεις που αντιλαμβάνεται η γλώσσα μας. Συχνά δημιουργείται σύγχυση μεταξύ πικρής γεύσης και στυπτικότητας των τανίνων.

Πλούσιο - Έτσι χαρακτηρίζονται τα κρασιά με μεγάλη αντιληπτή πυκνότητα στο στόμα.

Πλούσιο σώμα - Έτσι χαρακτηρίζονται τα κρασιά που έχουν πλούσια υφή

Πολύπλοκο - Όρος για να εκφράσουμε ένα κρασί που ενεργοποιεί ταυτόχρονα πολλές αισθήσεις. Κυρίως αναφερόμαστε σε κρασιά που αποτελούνται από πολλά αρώματα και γεύσεις.

Πράσινο - Λέξη που χρησιμοποιείται για να εκφράσει μικρή ωρίμανση. Αυτά τα κρασιά συνήθως έχουν μεγάλη οξύτητα και αρώματα βοτάνων.

Πτητικό - Όρος που εκφράζεται η ευκολία της εξάτμισης κάποιον συστατικών του κρασιού όπως η αλκοόλη και οι διάφοροι αρωματικοί εστέρες.

Σοδειά - Μέτρο της παραγωγικότητας ενός αμπελώνα. Σε αρκετές περιπτώσεις με τον όρο σοδειά εννοούμε και την χρονιά του τρυγητού για παράδειγμα σοδειά 2017.

Σομελιέ - Υπάλληλος εστιατορίου που είναι υπεύθυνος για την διαχείριση της κάβας και την εξυπηρέτηση των πελατών σχετικά με το κρασί.

Στυπτικότητα - Έτσι χαρακτηρίζουμε την ξηρότητα που αφήνουν στο στόμα οι τανίνες.

Συμπυκνωμένο - Έτσι χαρακτηρίζονται τα κρασιά που έχουν μεγάλη ένταση στα αρώματα και τις γεύσεις.

Συστατικά χρώματος - Τα φαινολικά συστατικά του κρασιού που δίνουν χρώμα και γεύση κυρίως στα ερυθρά και ροζέ κρασιά.

Τανίνη - Φαινολική ουσία που περιέχεται κυρίως στις φλούδες των σταφυλιών.

Τερπένιο - Χημικές ουσίες που ευθύνονται για τα έντονα αρώματα λουλουδιών στα σταφύλια.

Τραχύ - Όρος που χρησιμοποιείται για να εκφράσει την έντονη παρουσία τανινών ή τον υψηλό αλκοολικό βαθμό.

Υποτονικό - Όρος που χρησιμοποιείται για να εκφράσει κρασιά με χαμηλή οξύτητα.

Υφή - Όρος που χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε το σώμα ενός κρασιού.

Φινίρισμα - Η γευστική εντύπωση που αφήνει το κρασί στο τέλος. Η επίγευση του κρασιού.

Φρουτώδες - Όρος που χρησιμοποιείται για να εκφράσει την έντονη μυρωδιά φρούτων σε ένα κρασί.

Ψημένο - Όρος που χρησιμοποιείται για την περιγραφή κρασιών που έχουν περάσει παλαίωση από βαρέλι. Σε αυτά τα κρασιά επικρατούν τα καραμελωμένα αρώματα και οι γεύσεις ξηρών καρπών.

Ώριμο - Έτσι χαρακτηρίζονται τα κρασιά που δεν χρειάζονται επιπλέον παλαίωση ή κρίνονται κατάλληλα για να βγουν στο εμπόριο.

 

Συντάκτης

Παπαγεωργίου Φραγκίσκος - Οινολόγος

 

 

Leave your comments

Post comment as a guest

0
terms and conditions.

Comments